Μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση, διότι είμαστε επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφία και όχι από την ορθόδοξη θεολογία. Η αρχαία φιλοσοφία, πίστευε στην κατά φύση αθάνατη ψυχή και στο κατά φύση θνητό σώμα, στο οποίο περικλείεται η ψυχή. Και γι’ αυτό μάς είναι πιο φυσικό να πιστεύουμε στην αθανασία της ψυχής παρά στην ανάσταση του σώματος. Διότι όταν λέμε ανάσταση εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων, εφόσον οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πιστεύουμε εμείς οι ορθόδοξοι στο θνητοψυχισμό.
«Πιστεύουμε και στην ανάσταση των νεκρών. Γιατί θα γίνει, πράγματι, θα γίνει ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε φυσικά ανάσταση, εννοούμε ανάσταση σωμάτων. Γιατί ανάσταση είναι η δεύτερη ανάσταση του ανθρώπου της πτώσεως· άλλωστε οι ψυχές, ως αθάνατες (κατά χάριν), πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν το θάνατο ως χωρισμό της ψυχής από το σώμα, οπωσδήποτε η ανάσταση είναι η νέα συνάφεια ψυχής και σώματος και η δεύτερη σύσταση της ζωντανής υπάρξεως που διαλύθηκε στα στοιχεία της και έπεσε. Το ίδιο λοιπόν σώμα που φθείρεται και διαλύεται, το ίδιο θα αναστηθεί άφθαρτο», μας λέει άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Επομένως όταν λέμε ανάσταση νεκρών, εννοούμε ότι οι άνθρωποι θα ξαναπάρουν πάλι το σώμα τους, το οποίο είχε παραδοθεί στη μητέρα γη και είχε διαλυθεί στα «εξ ων συνετέθη» στοιχεία του. Αλλά το αναστημένο σώμα μας θα είναι άφθαρτο και πνευματικό, όπως μας αναφέρει και ο απόστολος Παύλος, λέγοντας στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του: «Δει το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α’ Κορ. 15, 53).
Για τους αρχαίους φιλοσόφους λοιπόν και τους Έλληνες, που είχαν επηρεασθεί από το πνεύμα τους, η σωτηρία βρίσκεται στη φυγή από το σώμα και από το αισ¬θητό, στην επιστροφή προς τον νοητό κόσμο. Ενώ για τη Βίβλο ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα, το ανθρώπινο ον είναι μια προσωπική ενότητα. Επομένως η ανάσταση των νεκρών σωμάτων δεν είναι ακατανόητη για τη Βίβλο. Οι Αθηναίοι, φυσικά, αντέδρασαν όταν τους μίλησε ο απόστολος Παύλος για την ανάσταση, γιατί ήταν επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Γι’ αυτό, όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών, οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. 17, 31-32).
Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος, για τον οποίο εμείς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε στην ανάσταση. Ο λόγος αυτός είναι πνευματικός και έχει σχέση με την καθαρότητα και την αναμαρτησία μας. Λέει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Εκείνος ο οποίος διά της πίστεως εις τον Αναστάντα Χριστόν αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει βαθμιαίως εν εαυτώ την αίσθησιν ότι ο Κύριος όντως ανέστη, όντως ενίκησε τον θάνατον εις όλα τα μέτωπα της μάχης. Η αμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει την ψυχήν του ανθρώπου, την πλησιάζει προς τον θάνατον, την μεταβάλλει από αθανάτου εις θνητήν, από αφθάρτου και απεράντου εις φθαρτήν και πεπερασμένην. Όσον περισσοτέρας αμαρτίας έχει ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον είναι θνητός. Και εάν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτόν του αθάνατον, είναι φανερόν ότι ευρίσκεται όλος βεβυθισμένος εις τας αμαρτίας, εις σκέψεις μυωπικάς, εις αισθήματα νενεκρωμένα. Ενώ, καθώς γίνεται αγιώτερος ο άνθρωπος, αποκτά ολονέν και περισσότερον δυνατήν, περισσότερον ζω¬ντανήν αίσθησιν της προσωπικής του αθανασίας· αποκτά επίγνωσιν της ιδικής του και της των πάντων αιωνιότητος».
Γι’ αυτό και ο π. Σωφρόνιος ο Σαχάρωφ μάς υπογραμμίζει και μας λέει ότι σ’ αυτούς που μετανοούν αληθινά, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος δίνει το βίωμα της αναστάσεως της ψυχής, ενόσω ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη στη γήινη αυτή ζωή: «Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δίδει εις τους φλογερώς μετανοούντας και την πείραν της εις άδου καταβάσεως, και την πείραν του άδου της αγάπης, και της αναστάσεως της ψυχής, εντός των ορίων εισέτι της εν τω σώματι τούτω ζωής».
Φυσικά, μπορεί να δίδεται η βιωματική εμπειρία, αλά δεν μπορούμε να συλλάβουμε και να μιλήσουμε με λεπτομέρεια για την πραγματικότητα του μέλλοντα αιώνα, έστω και αν κάποιες φορές βιώνουμε μια ζωντανή προσωπική σχέση με τον Θεό. Πρέπει όμως να ξέρουμε, ότι η σχέση μας αυτή έχει σπέρματα αιωνιότητας. Πώς θα είναι όμως η ζωή, όχι κάτω από τις συνθήκες της πτώσης, αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν που ο Θεός θα είναι «τα πάντα τοις πάσι», γι’ αυτό έχουμε μόνο μερικές λάμψεις και όχι μια καθαρή αντίληψη. Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει να μιλάμε με προσοχή και να κρατάμε πάντοτε σιωπή για τα θέματα αυτά.
Είναι σαφές λοιπόν ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε «διά του νοός» μας όλα αυτά τα μεταφυσικά θέματα, ούτε να εννοήσουμε την εκ νεκρών ανάσταση, αλλά στην προσευχή μπορεί να περιέλθουμε, κυρίως οι Άγιοι, σε τέτοια κατάσταση, η οποία μας διανοίγει τα μυστήρια του μέλλοντα αιώνα, όπως μας αναπτύσσει και πάλιν ο άγιος Γέροντας π. Σωφρόνιος λέγοντας: «Δεν δυνάμεθα να συλλάβουμε διά του νοός ημών τι σημαίνει σωτηρία του κόσμου, ούτε να επινοήσωμεν την εκ νεκρών ανάστασιν (βλ. Μάρκ. 9, 10). Εν τη προσευχή όμως περιερχόμεθα ενίοτε εις κατάστασιν ήτις διανοίγει ημίν εν μέρει τα μυστήρια του μέλλοντος αιώνος. Πιστεύομεν ότι θα έλθη εκείνη η στιγμή, ήτις καλείται «το πλήρωμα των καιρών» (Εφεσ. 1, 10), ως τελείωσις παντός ό,τι “ένενόησε” (πρβλ. Ιουδήθ 9, 5) περί ημών ο Δημιουργός.
(Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. «Ετοιμασία», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2002, σ. 223-226).
13 Μαΐου 2013
http://www.pemptousia.gr
Δευτέρα 13 Μαΐου 2013
Γιατί μάς είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση;
Μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση, διότι είμαστε επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφία και όχι από την ορθόδοξη θεολογία. Η αρχαία φιλοσοφία, πίστευε στην κατά φύση αθάνατη ψυχή και στο κατά φύση θνητό σώμα, στο οποίο περικλείεται η ψυχή. Και γι’ αυτό μάς είναι πιο φυσικό να πιστεύουμε στην αθανασία της ψυχής παρά στην ανάσταση του σώματος. Διότι όταν λέμε ανάσταση εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων, εφόσον οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πιστεύουμε εμείς οι ορθόδοξοι στο θνητοψυχισμό.
«Πιστεύουμε και στην ανάσταση των νεκρών. Γιατί θα γίνει, πράγματι, θα γίνει ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε φυσικά ανάσταση, εννοούμε ανάσταση σωμάτων. Γιατί ανάσταση είναι η δεύτερη ανάσταση του ανθρώπου της πτώσεως· άλλωστε οι ψυχές, ως αθάνατες (κατά χάριν), πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν το θάνατο ως χωρισμό της ψυχής από το σώμα, οπωσδήποτε η ανάσταση είναι η νέα συνάφεια ψυχής και σώματος και η δεύτερη σύσταση της ζωντανής υπάρξεως που διαλύθηκε στα στοιχεία της και έπεσε. Το ίδιο λοιπόν σώμα που φθείρεται και διαλύεται, το ίδιο θα αναστηθεί άφθαρτο», μας λέει άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Επομένως όταν λέμε ανάσταση νεκρών, εννοούμε ότι οι άνθρωποι θα ξαναπάρουν πάλι το σώμα τους, το οποίο είχε παραδοθεί στη μητέρα γη και είχε διαλυθεί στα «εξ ων συνετέθη» στοιχεία του. Αλλά το αναστημένο σώμα μας θα είναι άφθαρτο και πνευματικό, όπως μας αναφέρει και ο απόστολος Παύλος, λέγοντας στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του: «Δει το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α’ Κορ. 15, 53).
Για τους αρχαίους φιλοσόφους λοιπόν και τους Έλληνες, που είχαν επηρεασθεί από το πνεύμα τους, η σωτηρία βρίσκεται στη φυγή από το σώμα και από το αισ¬θητό, στην επιστροφή προς τον νοητό κόσμο. Ενώ για τη Βίβλο ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα, το ανθρώπινο ον είναι μια προσωπική ενότητα. Επομένως η ανάσταση των νεκρών σωμάτων δεν είναι ακατανόητη για τη Βίβλο. Οι Αθηναίοι, φυσικά, αντέδρασαν όταν τους μίλησε ο απόστολος Παύλος για την ανάσταση, γιατί ήταν επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Γι’ αυτό, όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών, οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. 17, 31-32).
Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος, για τον οποίο εμείς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε στην ανάσταση. Ο λόγος αυτός είναι πνευματικός και έχει σχέση με την καθαρότητα και την αναμαρτησία μας. Λέει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Εκείνος ο οποίος διά της πίστεως εις τον Αναστάντα Χριστόν αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει βαθμιαίως εν εαυτώ την αίσθησιν ότι ο Κύριος όντως ανέστη, όντως ενίκησε τον θάνατον εις όλα τα μέτωπα της μάχης. Η αμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει την ψυχήν του ανθρώπου, την πλησιάζει προς τον θάνατον, την μεταβάλλει από αθανάτου εις θνητήν, από αφθάρτου και απεράντου εις φθαρτήν και πεπερασμένην. Όσον περισσοτέρας αμαρτίας έχει ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον είναι θνητός. Και εάν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτόν του αθάνατον, είναι φανερόν ότι ευρίσκεται όλος βεβυθισμένος εις τας αμαρτίας, εις σκέψεις μυωπικάς, εις αισθήματα νενεκρωμένα. Ενώ, καθώς γίνεται αγιώτερος ο άνθρωπος, αποκτά ολονέν και περισσότερον δυνατήν, περισσότερον ζω¬ντανήν αίσθησιν της προσωπικής του αθανασίας· αποκτά επίγνωσιν της ιδικής του και της των πάντων αιωνιότητος».
Γι’ αυτό και ο π. Σωφρόνιος ο Σαχάρωφ μάς υπογραμμίζει και μας λέει ότι σ’ αυτούς που μετανοούν αληθινά, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος δίνει το βίωμα της αναστάσεως της ψυχής, ενόσω ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη στη γήινη αυτή ζωή: «Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δίδει εις τους φλογερώς μετανοούντας και την πείραν της εις άδου καταβάσεως, και την πείραν του άδου της αγάπης, και της αναστάσεως της ψυχής, εντός των ορίων εισέτι της εν τω σώματι τούτω ζωής».
Φυσικά, μπορεί να δίδεται η βιωματική εμπειρία, αλά δεν μπορούμε να συλλάβουμε και να μιλήσουμε με λεπτομέρεια για την πραγματικότητα του μέλλοντα αιώνα, έστω και αν κάποιες φορές βιώνουμε μια ζωντανή προσωπική σχέση με τον Θεό. Πρέπει όμως να ξέρουμε, ότι η σχέση μας αυτή έχει σπέρματα αιωνιότητας. Πώς θα είναι όμως η ζωή, όχι κάτω από τις συνθήκες της πτώσης, αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν που ο Θεός θα είναι «τα πάντα τοις πάσι», γι’ αυτό έχουμε μόνο μερικές λάμψεις και όχι μια καθαρή αντίληψη. Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει να μιλάμε με προσοχή και να κρατάμε πάντοτε σιωπή για τα θέματα αυτά.
Είναι σαφές λοιπόν ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε «διά του νοός» μας όλα αυτά τα μεταφυσικά θέματα, ούτε να εννοήσουμε την εκ νεκρών ανάσταση, αλλά στην προσευχή μπορεί να περιέλθουμε, κυρίως οι Άγιοι, σε τέτοια κατάσταση, η οποία μας διανοίγει τα μυστήρια του μέλλοντα αιώνα, όπως μας αναπτύσσει και πάλιν ο άγιος Γέροντας π. Σωφρόνιος λέγοντας: «Δεν δυνάμεθα να συλλάβουμε διά του νοός ημών τι σημαίνει σωτηρία του κόσμου, ούτε να επινοήσωμεν την εκ νεκρών ανάστασιν (βλ. Μάρκ. 9, 10). Εν τη προσευχή όμως περιερχόμεθα ενίοτε εις κατάστασιν ήτις διανοίγει ημίν εν μέρει τα μυστήρια του μέλλοντος αιώνος. Πιστεύομεν ότι θα έλθη εκείνη η στιγμή, ήτις καλείται «το πλήρωμα των καιρών» (Εφεσ. 1, 10), ως τελείωσις παντός ό,τι “ένενόησε” (πρβλ. Ιουδήθ 9, 5) περί ημών ο Δημιουργός.
(Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. «Ετοιμασία», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2002, σ. 223-226).
13 Μαΐου 2013
http://www.pemptousia.gr
Πέμπτη 11 Απριλίου 2013
Ήταν το Βυζάντιο κράτος θεοκρατικό;
Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική
Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα όποια μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος:
1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας.
3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς.
4) Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ’ αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά.
1) Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας στη Δύση.
2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστιανός. Σ’ αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις όποιες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική σύνθεση ήταν μία πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του αρχαίου Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως άνηκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι, όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση πού δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης).
3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία πού χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην Παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της.
Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κ.λπ.). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1.000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο άντικληρικαλιστικό πνεύμα το όποιο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή ή αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι’ αυτό, άλλωστε, και άντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας[1].
4) Σε ό,τι άφορα την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά πού είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, ή Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ’ αυτά τα σχολεία, και, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση[2]. Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της Εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση πού μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αύτη την οποία παρείχαν τα μοναστήρια.
Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» ή εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον όποιον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη[3]. Ό Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα απέξω[4]. Ή Άννα Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξι φορές στίχους του Όμηρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο…»[5]. Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα πού χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν υστέρα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά[6].
Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ’ όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα πού δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β’, το 425),οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους[7]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας(!), αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων[8]
Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα πού εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι ή μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου».
Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση πού έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι πού οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα.
Υπάρχουν και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς προς εξέταση κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινή» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.
Υποσημειώσεις
1) Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο μοναδικά αντικληρικαλιστικά ρεύματα πού εμφανίστηκαν στην Ελλάδα είναι απλές «μεταφράσεις» δυτικών ρευμάτων, χωρίς καμιά επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Το ένα είναι ο φιλελεύθερος διαφωτισμός όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το άλλο ο μαρξισμός. Ο πρώτος είναι τόσο ξεκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μιλάει για «τάγματα» ιερέων και αρχιμανδριτών, θεσμό άγνωστο στον τόπο μας (αλλά πολύ διαδεδομένο στη Δύση…). Ο κορυφαίος ερευνητής (και ενθουσιώδης υπέρμαχος) του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κ. Θ. Δημαράς, δέχεται ότι «πρέπει να μην αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για συγγραφέα στερημένο από ελληνική σχολική εκπαίδευση» (βλ. Κ. Θ. Δημαράς, 1977,σ. 48). Από την άλλη, ο μαρξισμός, με τα δύσκαμπτα ιδεολογικά σχήματα πού βασίζονταν αποκλειστικά στη δυτική εμπειρία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις συνεχείς «δυσκολίες» πού συναντούσε στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας καταφεύγοντας στην «ιδεολογική σύγχυση της ελληνικής άρχουσας τάξης» ή στην «εσφαλμένη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης». Θα χρειαζόταν ασφαλώς μια πληρέστερη μελέτη σχετικά με την παντελή άγνοια της ελληνικής Ιδιαιτερότητας από αυτά τα δυο ρεύματα.
2 Βλ. Buckler,σ. 309.
3 οπ. παρ., σ. 295.
4 Βλ.Ράνσιμαν (1979),σ. 250.
5 οπ. παρ., σ. 250.
6 Βλ. Γιαννακόπουλος (1966),σ. 54.
7 Βλ. Buckler (1986),σ. 310.
8 Βλ. Lemerle (1983), σ. 89-90.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Πηγές: Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική-egolpion.com - impantokratoros.gr
Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012
Το άστρο της Βηθλεέμ Ο Αστέρας ως Υπερβατικό Φαινόμενο », 24 Δεκεμβρίου 2012
Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012
Φιλάνθρωπη νομοθεσία στο «Βυζάντιο»
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012
Ρομπέν των Δασών. Ένας… ορθόδοξος μάρτυρας!
Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012
Η βυζαντινή μουσική και η Ορθόδοξη πολιτιστική κληρονομιά ως ψηφίδες της εθνικής αυτοσυνειδησίας των Ελλήνων σύμφωνα με τον λογοτέχνη Στρατή Μυριβίλη
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012
Lou Xiaoying – Η ρακοσυλλέκτρια “Αγία”
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










