Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Ήταν το Βυζάντιο κράτος θεοκρατικό;

Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα όποια μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος: 1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο. 2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας. 3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς. 4) Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ’ αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά. 1) Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας στη Δύση. 2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστιανός. Σ’ αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις όποιες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική σύνθεση ήταν μία πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του αρχαίου Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως άνηκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι, όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση πού δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης). 3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία πού χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην Παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της. Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κ.λπ.). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1.000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο άντικληρικαλιστικό πνεύμα το όποιο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή ή αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι’ αυτό, άλλωστε, και άντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας[1]. 4) Σε ό,τι άφορα την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά πού είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, ή Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ’ αυτά τα σχολεία, και, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση[2]. Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της Εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση πού μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αύτη την οποία παρείχαν τα μοναστήρια. Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» ή εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον όποιον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη[3]. Ό Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα απέξω[4]. Ή Άννα Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξι φορές στίχους του Όμηρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο…»[5]. Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα πού χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν υστέρα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά[6]. Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ’ όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα πού δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β’, το 425),οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους[7]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας(!), αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων[8] Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα πού εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι ή μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου». Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση πού έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι πού οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα. Υπάρχουν και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς προς εξέταση κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινή» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης. Υποσημειώσεις 1) Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο μοναδικά αντικληρικαλιστικά ρεύματα πού εμφανίστηκαν στην Ελλάδα είναι απλές «μεταφράσεις» δυτικών ρευμάτων, χωρίς καμιά επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Το ένα είναι ο φιλελεύθερος διαφωτισμός όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το άλλο ο μαρξισμός. Ο πρώτος είναι τόσο ξεκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μιλάει για «τάγματα» ιερέων και αρχιμανδριτών, θεσμό άγνωστο στον τόπο μας (αλλά πολύ διαδεδομένο στη Δύση…). Ο κορυφαίος ερευνητής (και ενθουσιώδης υπέρμαχος) του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κ. Θ. Δημαράς, δέχεται ότι «πρέπει να μην αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για συγγραφέα στερημένο από ελληνική σχολική εκπαίδευση» (βλ. Κ. Θ. Δημαράς, 1977,σ. 48). Από την άλλη, ο μαρξισμός, με τα δύσκαμπτα ιδεολογικά σχήματα πού βασίζονταν αποκλειστικά στη δυτική εμπειρία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις συνεχείς «δυσκολίες» πού συναντούσε στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας καταφεύγοντας στην «ιδεολογική σύγχυση της ελληνικής άρχουσας τάξης» ή στην «εσφαλμένη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης». Θα χρειαζόταν ασφαλώς μια πληρέστερη μελέτη σχετικά με την παντελή άγνοια της ελληνικής Ιδιαιτερότητας από αυτά τα δυο ρεύματα. 2 Βλ. Buckler,σ. 309. 3 οπ. παρ., σ. 295. 4 Βλ.Ράνσιμαν (1979),σ. 250. 5 οπ. παρ., σ. 250. 6 Βλ. Γιαννακόπουλος (1966),σ. 54. 7 Βλ. Buckler (1986),σ. 310. 8 Βλ. Lemerle (1983), σ. 89-90. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Πηγές: Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική-egolpion.com - impantokratoros.gr

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Το άστρο της Βηθλεέμ Ο Αστέρας ως Υπερβατικό Φαινόμενο », 24 Δεκεμβρίου 2012


Η πλειονότητα των ορθοδόξων θεολόγων, επικεντρωνόμενοι στην ουσία της ευαγγελικής αφήγησης περί του αστέρος της Βηθλεέμ διατυπώνουν την άποψη ότι ο ευαγγελιστής Ματθαίος θέλησε να παρουσιάσει ένα γεγονός απόλυτα θαυματουργό και υπερφυσικό, το οποίο δεν είναι δυνατόν να συνταυτιστεί με ένα φυσικό φαινόμενο. Κοινή είναι η διαπίστωση ότι κανείς δεν μπορεί εύκολα να ξεπεράσει την υπερβατικότητα του φερόμενου ως «άστρου» της Γέννησης και να το εντάξει στους καθορισμένους αστρονομικούς νόμους οι οποίοι διέπουν την εμφάνιση ενός ουρανίου φαινομένου ή σώματος, έστω και εξαιρετικά σπάνιου. Ο ιερός Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μετά τις απόψεις τις οποίες διετύπωσαν ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και ο Ωριγένης, έχοντας σπουδάσει την Αστρονομική επιστήμη στην Αθήνα, μελέτησε διεξοδικά το θέμα του άστρου της Βηθλεέμ. Η επιστημονική έρευνα με βάση τα ευαγγελικά στοιχεία τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το «άστρο της Βηθλεέμ» δεν ήταν κατ’ ουδένα τρόπο ένα αστρονομικό φαινόμενο (Ομιλία ΣΤ’ εις το κατά Ματθαίον, P. G. 57, 64-65). Το εμπνευσμένο κείμενο της άποψης του Ιερού Χρυσοστόμου παρατίθεται (μεταφρασμένο) αυτούσιο: «Διότι βεβαίως δεν ήταν αυτό ένα από τα πολλά άστρα, μάλλον δεν ήταν καν άστρο, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, αλλά κάποια αόρατη δύναμη που πήρε αυτήν τη μορφή. Έδινε την εντύπωση αυτή, πρώτον, από την πορεία του. Διότι δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο άστρο που να ακολουθεί αυτήν την οδό. αλλά κι αν ακόμα αναφέρεις τον Ήλιο ή τη Σελήνη, ή όλα τα άλλα άστρα, τα βλέπουμε να ακολουθούν πορεία από τα ανατολικά προς τα δυτικά. αυτό όμως κατευθυνόταν από βορρά προς νότο. Διότι αυτή είναι η θέση της Παλαιστίνης σε σχέση με την Περσική χώρα. 1. Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας έν ημέραις Ήρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις ‘Ιεροσόλυμα 2. λέγοντες. που έστιν ο τεχθεις βασιλεύς τών Ιουδαίων; είδομεν γάρ αύτου τόν άστέρα έν τή άνατολή και ήλθομεν προσκυνησαι αύτω. 3. Άκουσας δέ Ήρώδης ο βασιλεύς έταράχθη… 7. Τότε Ήρώδης λάθρα καλέσας τούς μάγους ήκρίβωσε παρ’ αύτών τόν χρόνον τοϋ φαινομένου άστέρος, 8. και πέμψας αύτούς εις Βηθλεέμ είπε. πορευθέντες άκριβώς έξετάσατε περί τοϋ παιδίου, έπάν δέ εϋρητε, άπαγγείλατέ μοι, όπως κάγώ έλθών προσκυνήσω αύτω. 9. οι δέ άκούσαντες τοϋ βασιλέως έπορευθησαν. και ‘ιδού ο άστηρ ον είδον έν τή άνατολή προηγεν αύτούς, έως έλθών έστη έπάνω οϋ ήν τό παιδίον. 10. ‘ιδόντες δέ τόν άστέρα έχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα, 11. και έλθόντες εις την ο’ικίαν είδον τό παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αύτοϋ, και πεσόντες προσεκύνησαν αύτω… ΜΑΤΘΑΙΟΣ Β’, 1-11 Μιχαήλ Δαμασκηνού, Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Κέρκυρα). Δεύτερον, αυτό είναι δυνατόν να το αντιληφθεί κανείς και από το χρονικό διάστημα [ενν. της εμφάνισής του]. Δηλαδή δεν φαινόταν κατά τη νύχτα, αλλά μέρα μεσημέρι, ενώ έλαμπε ο Ήλιος. πράγμα το οποίο δεν είναι χαρακτηριστικό της δύναμης ενός άστρου, αλλά ούτε και της Σελήνης. αυτή λοιπόν που υπερέχει τόσο πολύ απ’ όλα τα άστρα, με την εμφάνιση του ηλιακού φωτός, αμέσως κρύβεται και εξαφανίζεται. Αυτό [ενν. το άστρο] δε με την υπερβολική δικιά του λαμπρότητα νίκησε ακόμη και τις ηλιακές ακτίνες, αφού αποδείχθηκε λαμπρότερο από εκείνες και έλαμψε πιο έντονα με τόσο φως. Τρίτον, από το γεγονός ότι εμφανιζόταν και κρυβόταν ξανά. Διότι στον δρόμο μεν προς την Παλαιστίνη φαινόταν ότι τους καθοδηγούσε [ενν. τους Μάγους]. όταν όμως έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κρύφτηκε. έπειτα πάλι όταν άφησαν τον Ηρώδη, αφού του εξήγησαν τον λόγο για τον οποίο ήρθαν και επρόκειτο να φύγουν, εμφανίστηκε ξανά. γεγονός το οποίο δεν έχει να κάνει με την κίνηση των άστρων, αλλά με κάποια έλλογη δύναμη. Ούτε βεβαίως είχε κάποια ιδιαίτερη πορεία, αλλά όταν έπρεπε να πορευτούν αυτοί τους καθοδηγούσε. όταν έπρεπε να σταματήσουν, στεκόταν, φροντίζοντας πάντα για ό,τι ήταν αναγκαίο. όπως ακριβώς και ο στύλος της νεφέλης που έστηνε και ξεσήκωνε το στρατόπεδο των Ιουδαίων, όταν χρειαζόταν. Τέταρτον, από τον τρόπο που έδειχνε θα μπορούσε να το αντιληφθεί κανείς αυτό ξεκάθαρα. Διότι δεν έδειχνε τον τόπο μένοντας επάνω. ούτε βέβαια ήταν δυνατόν σ’ αυτούς έτσι να το αντιληφθούν. αλλά το έκανε αυτό κατεβαίνοντας κάτω. Μάθετε λοιπόν ότι τόπο τόσο μικρό και όσον είναι φυσικό να κατέχει μια καλύβα, πολύ περισσότερο δε όσον τόπο είναι φυσικό να κατέχει το σώμα μικρού παιδιού, δεν ήταν δυνατόν και σε άστρο ακόμη να το γνωρίζει. Επειδή βεβαίως ήταν άπειρο το ύψος, δεν μπορούσε έτσι να επισημάνει τόπο στενό και να τον κάνει γνωστό σε όσους ήθελαν να τον δουν. Και αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και από τη Σελήνη, η οποία αν και υπερτερεί τόσο από τα άστρα, σ’ όλους που κατοικούν στην οικουμένη, και που είναι διασκορπισμένοι σε τόσο μεγάλο γεωγραφικό πλάτος, σ’ όλους φαίνεται ότι είναι κοντά. Πώς λοιπόν το αστέρι, πες μου, έδειχνε τόπον τόσο στενό της φάτνης και της καλύβας, εάν δεν κατέβαινε κάτω, αφήνοντας το ύψος εκείνο, και δεν στεκόταν πάνω από το κεφάλι του παιδιού; Αυτό βεβαίως υπονοώντας και ο ευαγγελιστής έλεγε: “ιδού, το άστρο οδήγησε αυτούς, μέχρις ότου ήλθε και στάθηκε πάνω από το σημείο όπου ήταν το παιδί”». Κατά τον ιερό Χρυσόστομο το «άστρο» της Βηθλεέμ ήταν μια θεία και υπερφυσική δύναμη κατευθυνόμενη από τη βούληση του Θεού, η οποία υπό μορφήν «άστρου» οδήγησε αρχικά τους Μάγους στην Ιερουσαλήμ. Στη συνέχεια χάθηκε, και επανεμφανίστηκε για να τους οδηγήσει στη Βηθλεέμ και να τους υποδείξει την οικία στην οποία κατοικούσε ο μικρός Ιησούς. Επισημαίνεται, πολύ σωστά, ότι ο σκοπός της ευαγγελικής διήγησης είναι να αποκαλύψει στον άνθρωπο ηθικές αλήθειες και να του δείξει τη σχέση τους με το Θεό. Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, όμως, δεν αποτελεί επιστημονική πραγματεία. Δεν αποβλέπει στην ικανοποίηση της ανθρώπινης περιέργειας η οποία αναφέρεται στη φύση και στο περιεχόμενο του αισθητού σύμπαντος. Γι’ αυτό, συμπερασματικά, οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι το υπερφυσικό αυτό γεγονός, που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, αποσκοπεί στο να επισημάνει και να εξάρει το μοναδικό, ανεπανάληπτο και παγκοσμίου σημασίας γεγονός της γέννησης του Μεσσία και σηματοδοτεί την έναρξη της λύσεως του δράματος του ανθρώπου και της σωτηρίας του. Αργότερα, την άποψη περί υπερβατικότητας του άστρου ενστερνίστηκε και ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως Αιγίνης, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ν. Κεφάλα (1903), ανέφερε ότι «ο αστήρ ούτος ήτο υπερφυσικό φαινόμενον, τεταγμένον να οδηγήσει τους μάγους εις προσκύνησιν του Ιησού… ήτο θεία δόξα και ουχί φυσικόν φαινόμενον». Στο βιβλίο του «Η ιστορική πορεία του Ιησού» (1991) ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Π. Πατρώνος σημειώνει ότι τα ιερά κείμενα της Καινής Διαθήκης εξέλαβαν το «άστρο της Βηθλεέμ» ως ένα σημείο αποκαλυπτικό: «Και το “σημείον” του αστέρος είχε ως σκοπό να φανερώσει στο λαό του Ισραήλ και στα Έθνη, εκείνο ακριβώς που διά “οράματος” αποκάλυπταν οι Άγγελοι στους Ποιμένες την Αγία εκείνη νύχτα στη Βηθλεέμ. Ο αποκλειστικός, λοιπόν, αυτός “αστήρ” του Ιησού και το αποκαλυπτικό “σημείον” της Έλευσης στον κόσμο του Μεσσία Χριστού, επικεντρώνονται ουσιαστικά στον καθαρά “αποκαλυπτικό χώρο” της θείας Οικονομίας. Ένα “σημείο” ήταν κι αυτό, καθώς και τόσα άλλα “σημεία” συνέβησαν στη συνέχεια, που αποκαλύπτουν το καθένα και μια νέα πλευρά του μυστηρίου του προσώπου του Ιησού Χριστού. Και όλα αυτά μαζί συνθέτουν βασικά στοιχεία της ιστορίας της Καινής Διαθήκης. Και τούτο υπογραμμίζεται εδώ γιατί το κέντρο βάρους για την εποχή εκείνη και για κάθε εποχή, με αφορμή τον “αστέρα της Βηθλεέμ”, δεν βρίσκεται στην εξωτερική μορφή ή στους “τρόπους” εκδήλωσης της αποκάλυψης, αλλά στο εσωτερικό μήνυμα που προσκομίζει το κάθε “σημείο” προς τον κόσμο των ανθρώπων. Το ερώτημα που τέθηκε και τίθεται διά μέσου όλων των αιώνων είναι: το συγκεκριμένο αυτό “σημείο” ή οποιοδήποτε άλλο “σημείο”, ποιον τελικά κόσμο εκπροσωπεί; Ο ερχόμενος εκφράζει κάποια νέα μορφή κοσμικής εξουσίας ή έρχεται να “υλοποιήσει” και ολοκληρώσει με την παρουσία του και το έργο του το σωτηριολογικό σχέδιο της θείας Οικονομίας; Ο “ερχόμενος” και “τεχθείς εν φάτνη” δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί ως “άρχων” του κόσμου τούτου και ως Καίσαρας, αλλά ως Χριστός Κυρίου και “άρχων ειρήνης”. Και η ειρήνη η δική του θα λειτουργήσει σωτηριολογικά και θα επιβληθεί στον κόσμο όλο, ξεκινώντας από μίαν άσημη πόλη της Βηθλεέμ και από την ασημαντότητα της γέννησης ενός Βρέφους μέσα στη φάτνη». Επιστήμες / Αστρονομία - Αστροφυσική - Διάστημα Δρ. Βάλια Λύρατζη (Ίδρυμα Ευγενίδου) Πηγή: Ευγενίδειο Ίδρυμα Φωτ.: NASA

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Φιλάνθρωπη νομοθεσία στο «Βυζάντιο»


Οι «δυνατοί» και οι «πένητες»
Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου Καταναλωτική κοινωνία και καπιταλισμός συνδέονται με την προσπάθεια συσσώρευσης πλούτου και υλικών αγαθών, αλλά και ατομικής ευημερίας. Όταν, όμως, μερικοί επιτυγχάνουν να συγκεντρώσουν πολλά υλικά αγαθά, αυτό σημαίνει ότι κάποιοι άλλοι τα στερούναι. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργείται η κοινωνική αδικία, οι άνθρωποι χωρίζονται σε πλούσιους και πτωχούς. Βέβαια, το «πνεύμα του καταναλωτισμού», ως επιθυμία, επίδειξη και απόλαυση, συνδέεται με όλες τις κοινωνικές τάξεις των ανθρώπων. Θα δούμε στην συνέχεια πως η Ρωμαϊκή Χριστιανική Αυτοκρατορία (Βυζάντιο) αντιμετώπιζε τα προβλήματα που ανέκυπταν από την κοινωνική αδικία. Η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με έδρα την Κωνσταντινούπολη, το λεγόμενο Βυζάντιο, διακρινόταν για την φιλανθρωπία της, γι’ αυτό άντεξε χίλια χρόνια και πολλοί μελετητές σπουδάζουν την ζωή και τον πολιτισμό, αλλά και την όλη εσωτερική και εξωτερική πολιτική την οποία εξασκούσαν οι Αυτοκράτορες. Όλα τα κοινωνικά θέματα και γενικότερα η πολιτική της είχαν εμποτισθή από την Χριστιανική διδασκαλία. Βέβαια, και εκεί γίνονταν διάφορα λάθη, αφού η αμαρτία δεν απουσιάζει από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, αλλά είχαν έναν ορθό προσανατολισμό. Αυτό φαίνεται και από το πως προσπαθούσαν οι Ρωμαίοι-Βυζαντινοί να επιλύσουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα. Ο Στήβεν Ράνσιμαν στο βιβλίο του «Βυζαντινός πολιτισμός» αναφέρει πολλές πληροφορίες για την ζωή των κατοίκων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε όλα τα επίπεδα και σε όλους τους τομείς. Ως προς τον τρόπο της δοίκησης γράφει ότι «τα ιδεώδη της βυζαντινής διοίκησης θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε σοσιαλιστικά. Όλοι έπρεπε να είναι καλοί πολίτες του κράτους». Όμως, η τάξη της αριστοκρατίας των μεγάλων γαιοκτημόνων δεν μπορούσε να προσαρμοσθή με τον τρόπο αυτόν της διοίκησης. Κυρίως από τον 9ο αιώνα παρατηρήθηκε μεγάλη αναστάτωση από διαφόρους λόγους, ώστε μεγάλωσε η τάση των αριστοκρατών να αυξήσουν την ιδιοκτησία τους και οι μικροί ελεύθεροι αγρότες εξαγοράζονταν και γίνονταν δουλαπάροικοι. Στην βυζαντινή κοινωνία διακρίνονταν δύο τάξεις, οι «δυνατοί» και οι «πένητες». Γράφει ο Ράνσιμαν: «Η διοίκηση έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στους πλουσίους –τους δυνατούς- και τους φτωχούς -τους πένητες- και γενικά προσπαθούσε να περιορίσει τους αριστοκράτες σε καθήκοντα μόνο στρατιωτικά, διατηρώντας τις πολιτικές υπηρεσίες δημοκρατικές και ελεύθερες. Όλο τον 10ο αιώνα η κυριότερη ασχολία των αυτοκρατόρων ήταν να θεσπίζουν νόμους προσπαθώντας να περιορίσουν τη δυνατότητα των αρχόντων να αγοράζουν γη των φτωχών». Πρόκειται για την ίδια νοοτροπία που παρατηρούμε σήμερα, που ανοίγει η ψαλίδα μεταξύ των πλουσίων και των μεσαίων η μεταξύ των μικρομεσαίων και των πτωχών. Στην εποχή μας παρατηρείται το φαινόμενο ότι όλο και περισσότερο διευκολύνονται οι πλούσιοι παρά ενισχύονται οι πτωχοί. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο ενεργούσαν οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες και στον τομέα αυτόν είναι πολύ χαρακτηριστικός και αξιοπρόσεκτος. Μια καλή ανάλυση αυτής της προσπάθειας των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, παρουσιάζεται ανάγλυφα από τον Ζέραρ Βάλτερ στο βιβλίο του «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, στον αιώνα των Κομνηνών» (1081-1180). Γράφοντας για τις προνομιούχες τάξεις, στις οποίες συγκαταλέγονταν οι ευγενείς, γράφει ότι στο Βυζάντιο οι ευγενείς ονομάζονταν Δυνατοί, οι οποίοι διακρίνονταν στους στρατιωτικούς και τους διοικητικούς υπαλλήλους. Οι διοικητικοί υπάλληλοι ήταν και γαιοκτήμονες που ασκούσαν διοίκηση στην Αυτοκρατορία και είχαν την τάση να αγοράζουν στις επαρχίες τους κομμάτια γης. Επίσης, οι πλούσιοι γαιοκτήμονες επιδίωκαν να αποκτήσουν μια διοικητική θέση ώστε να έχουν αυτόν τον τιμητικό τίτλο. Έτσι, οι διοικητικοί υπάλληλοι ήταν συγχρόνως και γαιοκτήμονες, ασκούσαν, δηλαδή, διοίκηση και ήταν κάτοχοι εκτάσεων γης. Στις αρχές του 10ου αιώνος η περιουσία των Δυνατών είχε φθάσει στο απόγειό της και οι Αυτοκράτορες προσπαθούσαν να θέσουν φραγμούς στην επέκτασή τους. Ο Ρωμανός Α o Λεκαπηνός με Νεαρά (Νόμο) που εξέδωσε τον Απρίλιο του έτους 922 έβαλε στόχο να περιορίση την ιδιοποίηση της περιουσίας των πτωχών από τους Δυνατούς. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, όποιος πτωχός ήθελε να πουλήση την περιουσία του, λόγω διαφόρων αναγκών που είχε, ώφειλε να προτείνη να την αγοράσουν πρώτα τα μέλη της οικογενείας του και έπειτα οι γείτονές του. Αν αυτοί δεν ήθελαν να αγοράσουν αυτήν την περιουσία τότε μπορούσαν να την πουλήσουν στους Δυνατούς. Αλλά δημιουργήθηκαν μεγάλες δυσκολίες στην εφαρμογή του νόμου και απεδείχθησαν οι αδυναμίες του, γιατί συγχρόνως επικρατούσε η μακροχρόνια μίσθωση, βάσει της οποίας ο Δυνατός εμίσθωνε το χωράφι του πτωχού και έπειτα παρεβίαζε τους όρους, οπότε τα δικαστήρια, στα οποία κατέφευγε ο εκμισθωτής υποστήριζαν τους Δυνατούς. Δηλαδή, εδώ παρατηρείται διαπλοκή μεταξύ πλουσίων και δικαστών. Εξ άλλου την περίοδο μεταξύ του 927-928 η αγροτική παραγωγή έπαθε μεγάλη ζημιά με αποτέλεσμα να μη μπορούν οι συγγενείς και οι γείτονες του πεινασμένου πωλητού να εκμεταλλευθούν τα πλεονεκτήματα του νόμου και έτσι οι Δυνατοί αγόρασαν την γη των πτωχών ανθρώπων σε μικρή τιμή, δίδοντάς τους τρόφιμα ως προκαταβολή. Λίγα χρόνια μετά, το 934, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, επειδή απέτυχε το προηγούμενο μέτρο, εξέδωσε άλλη Νεαρά με την οποία διέταζε τους Δυνατούς να επιστρέψουν, με ορισμένους όρους, τα κτήματα στους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι είχαν υποχρεωθή να τα πωλήσουν κάτω από την πίεση της ανάγκης. Η εισαγωγή της Νεαράς αυτής είναι συγκινητική: «Οι άνθρωποι πρέπει να καλλιεργούν την ψυχή τους, για να μοιάσουν με τον Δημιουργό. Όσοι παραγνωρίζουν αυτό το καθήκον, είναι μοιραίο να γίνουν σκλάβοι των παθών τους. Απ’ αυτό ξεπηδούν οι απειράριθμες αδικίες, απ’ αυτό η μεγάλη και αιώνια μιζέρια των φτωχών, οι ατελείωτοι βόγγοι τους, που η ηχώ τους αφυπνίζει τον Κύριο. Αν ο Θεός ξεσηκώνεται για να εκδικηθεί τους πόνους τους, πως εμείς μπορούμε να παραγνωρίζουμε τα παράπονά τους; Όταν ενεργούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν οδηγούμαστε από το μίσος η τον φθόνο εναντίον των Δυνατών, αλλά από την αγάπη μας για τους φτωχούς, από την πρόθεσή μας να τους προστατεύσουμε και από την επιθυμία μας να σώσουμε την αυτοκρατορία, γιατί αυτοί στους οποίους η Θεία Πρόνοια έδωσε δύναμη και πλούτο δεν φροντίζουν για τους φτωχούς, αλλά αντίθετα τους βλέπουν σαν λεία και δύσκολα συγκατατίθενται να μη τους αρπάξουν αμέσως τα κτήματά τους». Παρατηρώντας αυτήν την εισαγωγή στον νόμο για την βελτίωση της κοινωνικής αδικίας βλέπουμε την θεολογική υποδομή του. Αναφέρεται στα πάθη που επικρατούν στους ανθρώπους, όταν απομακρύνονται από τον Θεό, και τα οποία πάθη τους παρακινούν στην αύξηση της περιουσίας τους και την αδικία των πτωχών, αλλά και στο ότι η θέσπιση νόμων για την επικράτηση της κοινωνικής αδικίας γίνεται από αγάπη και κατά την Πρόνοια του Θεού και ακόμη για την σωτηρία της Αυτοκρατορίας. Έτσι, οι Αυτοκράτορες δεν κινούνταν από κάποιο ιδεολογικοκοινωνικό μοντέλο, αλλά από την θεολογία της Εκκλησίας. Αλλά και αυτός ο νόμος δε είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Στην συνέχεια, ο Κωνσταντίνος Ζ ο Πορφυρογέννητος «εξέδωσε έναν νόμο που πρόβλεπε την άμεση και χωρίς αποζημίωση επιστροφή όλων των κτημάτων, που είχαν αγοράσει οι Δυνατοί από τους μικροϊδιοκτήτες από την έναρξη της βασιλείας του». Όμως, είκοσι χρόνια μετά ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς εξέδωσε νόμο, ο οποίος επέτρεπε στους Δυνατούς να αγοράζουν κτήματα όχι από τους πτωχούς, αλλά από τους ιδιοκτήτες της δικής τους κοινωνικής τάξεως. Με αυτόν τον τρόπο προστάτευαν τους πτωχούς από την πίεση των Δυνατών. Ο Βασίλειος ο Β ακολούθησε την ίδια τακτική. «Κατάργησε την παραγραφή των σαράντα ετών, που ίσχυε για τις αιτήσεις επιστροφής των απαλλοτριωμένων γαιών, ύστερα από την πείνα του 927. Διέταξε, επίσης, την επιστροφή στους δυστυχισμένους πωλητές η στους απογόνους τους, όλων αυτών των κτημάτων, χωρίς οι Δυνατοί να μπορούν να χρησιμοποιήσουν ένδικα μέσα για την επιστροφή των χρημάτων που πήραν η για την είσπραξη αποζημιώσεως, αναφορικά με τις βελτιώσεις, που είχαν γίνει απ’ αυτούς. Και πρόσθετε: “Δεν δικαιούνται να πάρουν τίποτε πίσω. Θάπρεπε μάλλον να τιμωρηθούν”». Αυτά έκαναν τότε οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες για να περιορίσουν την απληστία των δυνατών-πλουσίων γαιοκτημόνων και να προστατεύσουν τους πτωχούς. Μακάρι αυτό να τεθή ως πρότυπο στους σύγχρονους ηγέτες των Κρατών, και κυρίως των λεγομένων Χριστιανικών Κρατών, ώστε να αντιμετωπίζουν τις κρίσιμες καταστάσεις που παρατηρούνται στην κοινωνία μας. Σήμερα, οι Δυνατοί είναι «οι έχοντες και κατέχοντες», όσοι διαθέτουν μεγάλη περιουσία και συνεχώς την αυξάνουν σε βάρος των αδυνάτων ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι σύγχρονοι υπεύθυνοι για την οικονομία μας δεν πρέπει απλώς να εφαρμόζουν οικονομικά συστήματα που ισχύουν σήμερα, αλλά να παραδειγματίζονται και από τους φιλάνθρωπους τρόπους με τους οποίους αντιμετώπιζαν οι πρόγονοί μας τα θέματα αυτά. Όπως είδαμε οι Νεαρές των Αυτοκρατόρων δεν ήταν προϊόντα κάποιου κοινωνικού συστήματος και κοινωνικής ιδεολογίας, π.χ. φιλελεύθερης η σοσιαλιστικής, αλλά καρποί και έκφραση της θεολογίας. Όταν κανείς επιλύη τα κοινωνικά ζητήματα μέσα από το πρίσμα της θεολογίας, τότε η αντιμετώπιση των πραγμάτων είναι φιλάνθρωπη, αφού διατηρείται και η αγάπη και η ελευθερία.– 1 Δεκεμβρίου, 2012 — vatopaidifriend5

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Ρομπέν των Δασών. Ένας… ορθόδοξος μάρτυρας!


Ο Ελληνοαμερικανός Ορθόδοξος, πατέρας Ιωάννης Ρωμανίδης (†2001) που ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου Γέηλ και αργότερα καθηγητής στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ, Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αποκαλύπτει, ότι ο Ρόμπεν του Λόκσλεϋ ή «Ρομπέν των Δασών», ήταν ένας Ορθόδοξος επαναστάτης o oποίος μαζί με τον αδελφικό του φίλο «Μικρό Ιωάννη» πολέμησαν κατά των Φραγκονορμανδών εισβολέων στην Mάχη του Χέιστινγκς το 1066 μ.Χ. Στην διάρκεια εκείνης της εποχής, κάποιοι Ιρλανδοί Σάξωνες πιάστηκαν σκλάβοι, μερικοί πήγαν στην μητέρα Κωνσταντινούπολη για να ενταχθούν στο τάγμα των Βαράγγων του «Βυζαντινού» Έλληνα αυτοκράτορα και κάποιοι άλλοι σαν τον Ρομπέν, παρέμειναν στην πατρίδα τους να παλέψουν εναντίον του βάρβαρου εισβολέα. Οι Άγγλοι στρατιώτες που πήγαν στην Κωνσταντινούπολη ήταν πολλοί περισσότεροι από τους Σκανδιναβούς Βάραγγους στρατιώτες του Έλληνα αυτοκράτορα, των οποίων στρατηγός τους, ήταν ο Νορβηγός Χάραλντ Χαντράδα Γ΄. Κάτι που σημαίνει ότι εκείνη την εποχή, η Νορβηγία ήταν ακόμη Ορθόδοξη! Μετά τους πανηγυρικούς εορτασμούς των επαναστατών προς τιμήν της νίκης τους το 1089 μ.Χ. εναντίον των εισβολέων, ο Ρομπέν τραυματίστηκε σε μια μάχη, πήγε σε ένα κοντινό μοναστήρι, ζήτησε βοήθεια από μια Νορμανδή μοναχή αλλά εκείνη τον άφησε να πεθάνει από αιμορραγία, επειδή αυτή, μόλις είχε αρνηθεί την Ορθοδοξία προς χάριν του Παπισμού! Η αγγλική ιστορία που αναφέρει ότι ο Ρομπέν πάλεψε εναντίον του «κακού Βασιλέα Ιωάννη» και υπέρ του «καλού Βασιλέα Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου», είναι ένας έξυπνος μύθος! Από τότε και στο εξής και μετά την οριστική ήττα των Ορθοδόξων επαναστατών, ο απλός Ορθόδοξος λαός τοποθετήθηκε από τους κατακτητές σε μικρά χωριά και οι άνθρωποι μακριά ένας από τον άλλον. Tότε ο σκλαβωμένος λαός εξαναγκάστηκε να ζει με 40.000 κάστρα από στρατιώτες να τον παρακολουθούν από το πρωί έως το βράδυ! Nα πώς και γιατί οι Ορθόδοξοι, τότε, Ιρλανδοβρετανοί σκλάβοι, εξαναγκάστηκαν να χάσουν την Ορθόδοξη Πίστη τους, ενώ παράλληλα και οι Επίσκοποί τους δολοφονήθηκαν από τους κατακτητές.
To μοναστήρι του “Kirklees Priory” στο οποίο ο Ρομπέν αφέθηκε στον θάνατο το 1089 μ. Χ, ήταν ένα Κιστερκιανό γυναικείο μοναστήρι που σήμερα βρίσκεται στο “Kirklees Park” του Clifton κοντά στο Brighouse, στο Yorkshire της Αγγλίας.
Ο τάφος του Ρομπέν όπως είναι σήμερα στο Kirklees Park Το παρόν αποτελεί απάνθισμα από τις κάτωθι πηγές: Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Ρωμανίδου, «Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη», εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 47-48, 328-329. http://www.oodegr.com/english/brit_celt_orthodoxy/brit_celt_orthodoxy.htm http://www.orthodoxresurgence.com/petroc/index.htm#A%20BRIEF Από: http://www.oodegr.com/oode/ierapostoli/xwres/aglia/istoria_ws_sxisma_1.htm http://www.johnsanidopoulos.com/2010/05/fr-john-romanides-on-robin-hood-and.html Από: http://www.romanity.org/htm/rom.02.en.the_cure_of_the_neurobiological_sickness_of_rel.03.htm#s25 http://en.wikipedia.org/wiki/Kirklees_Priory http://www.oodegr.com/english/istorika/britain/British_saints.htm http://oodegr.com/oode/synaxaristis/agioi_dysi/agioi_dysi-skandinavia.htm Πολλές ευχαριστίες στον κ. Θωμά Δρίτσα και στους πνευματικούς του αδελφούς που μας παρείχαν πολλές από αυτές τις θαυμάσιες πληροφορίες. http://www.romnios.gr/category/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1/ 8 Οκτωβρίου, 2012 — vatopaidifriend4

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Η βυζαντινή μουσική και η Ορθόδοξη πολιτιστικ​ή κληρονομιά ως ψηφίδες της εθνικής αυτοσυνειδ​ησίας των Ελλήνων σύμφωνα με τον λογοτέχνη Στρατή Μυριβίλη


Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως ο αιώνας που περνάμε είναι ένας αιώνας ακατανοησίας. Αν ήμουνα ιστορικός, θα τον ονόμαζα «Αιώνα του Βαβέλ». Oι άνθρωποι έχουν μπερδέψει το νόημα των λέξεων, που επί πολλούς αιώνες εξέφραζαν μιαν ορισμένη έννοια και δεν γίνεται πια να συνεννοηθούν. Όλοι κουβαλάμε πέτρες για τον νέο πύργο της Βαβέλ, που είναι ο μηχανικός πολιτισμός μας. Μεγαλοφυής και θρασύς πολιτισμός, που χτίζει τον πύργο του ενάντια στο Θεό. Τον πύργο τον πελώριο και τρομερό, που είναι έτοιμος να σωριαστεί πάνω στα υπεροπτικά κεφάλια των κτητόρων του, και όλοι ακούμε από τώρα να τρίζουν τα ατσαλένια θεμέλια του. Ζούμε σε μιαν εποχή φουρτουνιασμένη από γεγονότα, ιδέες και πράξεις αντιφατικές, που συνταράζουν την ανθρώπινη ψυχή και την γιομίζουν πότε με φρίκη και πότε με αυτοθαυμασμό. Η ζωή και ή ευτυχία των ανθρώπων είναι πια έρμαιο και παιχνίδι στα χέρια των φοβερών δυνάμεων, που ο ανθρώπινος νους αποσπά μια προς μια από το απέραντο μυστήριο της Δημιουργίας του Θεού, και στο τέλος τις εξαπολύει ενάντια στην ίδια του την ύπαρξη. Μέσα σ’ αυτή τη θύελλα του πνεύματος, του ατσαλιού και του αίματος, κάθε άτομο, όπως και κάθε έθνος, αγωνίζεται με όλα τα μέσα που διαθέτει να κρατηθεί όρθιο, να μη σαρωθεί από τον ανεμοστρόβιλο, να μην πέσει. Γιατί αλίμονο αν πέσει. Ξέρει τώρα πως από πάνω του θα περάσει ολόκληρη η αγέλη των έξαλλων ανθρώπων και των απάνθρωπων μηχανών, και θα τον λιώσει. Θα τον εξευτελίσει πρώτα ως το τελευταίο όριο της αντοχής του, και στο τέλος θα τον εξαφανίσει. Όμως ένας άνθρωπος, ένας λαός, ένα έθνος,δεν εξαφανίζεται μονάχα με τη φωτιά και με το σίδερο. Δεν εξαφανίζεται μονάχα με το χάσιμο της ζωής του. Εξαφανίζεται πιο σίγουρα, πιο τελειωτικά με το χάσιμο της ψυχής του της ψυχής του της ατομικής, της ψυχής του της ομαδικής. Χάνω την ψυχή μου θα πει: χάνω την ουσιαστική μου ύπαρξη. Χάνω την αίσθηση της ατομικής μου τέλειας ψυχοπνευματικής σύνθεσης, που αποτελεί ένα μόριο από την μεγάλη, την πλατειά κοινωνική και εθνική σύνθεση, από την οποία αντλώ και ανανεώνω αδιάκοπα τα φυσιογνωμικά στοιχεία του πνεύματος μου και της ψυχής μου. Kαι αυτή η εθνική φυλετική ιδιομορφία της ψυχής μου είναι ακριβώς εκείνη που με εντάσσει φυσιολογικά μέσα στην πανανθρώπινη κοινωνική σύνθεση. Αλλά για να μη χάσω τον εαυτό μου, πρέπει να γνωρίσω τον εαυτό μου. Το «γνώθι σαυτόν» είναι η πλουταρχική πηγή της γνώσεως. Αυτό λοιπόν πρέπει να είναι η βάση της γενικής παιδαγωγικής προσπάθειας Έθνους, του οποίου εντολοδόχος είναι το Kράτος και η Εκκλησία. Όργανα γι’ αυτή την συνειδητοποίηση είvaι το Υπουργείο Παιδείας, ο Κλήρος, ο Τύπος, ο καλλιτέχνης που εκφράζει την εθνική ψυχή και ολόκληρη η τάξη των διανοουμένων, που είναι υπεύθυνη για την πνευματική συγκρότηση του λαού.
Για να γνωρίσουμε τον Ελληνικόν εαυτό μας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τα στοιχεία, από τα οποία αποτελείται η ψυχοπνευματική μας προσωπικότητα. Από που ερχόμαστε. Πώς φτάσαμε να είμαστε εδώ που είμαστε. Ποιες είvαι oι δυνάμεις και οι αδυναμίες μας. Kαι που πηγαίνουμε. Κατά που μας οδηγεί η πολιτιστική ροπή, που κυβερνά τούτο το έθνος, αμετάκλητα, δίχως παρέκκλιση, επί τρεις χιλιάδες χρόνια. Τα στοιχεία αυτά που συνθέτουν την ελληνικότητά μας τη σημερινή και εμπλουτίζονται αδιάκοπα μέσα στην ιστορική πορεία της με vέo πλήθος από βιώματα ιστορικά και βιολογικά, δεν μπορεί βέβαια να τα καθορίσει κανείς μέσα στα στενά περιθώρια μιας σύντομης μελέτης. Γι’ αυτό θα ασχοληθούμε εδώ μόνο με ένα από αυτά τα στοιχεία, μόνο με μια ψηφίδα από το θαυμάσιο ψηφιδωτό της εθνικής μας ψυχής. Η ψηφίδα αυτή είναι η μουσική του Ελληνικού λαού και ειδικά ένα μέρος απ’ αυτή τη μουσική. Η θρησκευτική Ελληνική Μουσική. Η προσευχητική. Η λατρευτική Μουσική. Βυζαντινή, γιατί από το Βυζάντιο ξεκίνησε οργανωμένη η θρησκεία μας, στα χρόνια της Ελληνικής μας Αυτοκρατορίας. Από εκεί, όταν η Πόλη ήταν η πρωτεύουσα του κόσμου και το απόρθητο κάστρο του παγκοσμίου πολιτισμού, ξεκίνησε η θρησκεία μας, οπλισμένη και στολισμένη με τις περίλαμπρες τέχνες της. Mε την υμνογραφική της λογοτεχνία, με την θρησκευτική μουσική της, με την αρχιτεκτονική της, με τη ζωγραφική της, με την ψηφιδογραφία και όλη τη διακοσμητική της μεγαλοπρέπεια. Αυτές οι αδελφές ωραίες τέχνες του Ελληνισμού, δεν είναι τυχαία και συμπτωματικά φανερώματα ζωής. Αποτελούν κορυφώματα καλλιτεχνικών δημιουργιών, που βγήκαν από οργανικές εξελίξεις του Ελληνικού πολιτισμού, όπως οι Βυζαντινοί τον παρέλαβαν από την Ελληνιστική μεταλεξανδρινή παράδοση και τον πλούτισαν με νέα στοιχεία της Ανατολής, που μετουσιώθηκαν στον καθαρόν Ελληνοχριστιανικό ρυθμό, μέσα στη φλογερή χοάνη της θεοκρατικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τον ίδιο τρόπο ο Κλασσικός Ελληνικός πολιτισμός είχε ποτισθεί άφθονα από τους μυστικούς χυμούς της Ανατολικής σοφίας, που τους αφομοίωσε κατόπιν και τους υπέταξε οργανικά στην εθνική ιδιομορφία της δικής του εκφράσεως. Και αργότερα, όταν ο Ελληνικός πολιτισμός άρχισε να μαραζώνει μέσα στον ασφυκτικόν ορίζοντα της αυτάρκειάς του, πάλι η μεγαλοφυία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, απλωμένη δημιουργικά σε όλον τον γνωστό κόσμο, ένοιωσε την ανάγκη να αναζωογονήσει τον μαραζωμένο οργανισμό με νέες πνευματικές και πολιτιστικές διασταυρώσεις, που αναζήτησε ανάμεσα στους λαούς της κοσμοκρατορίας του. Έτσι η Ελληνική Αυτοκρατορία του Βυζαντίου είναι συνυφασμένη αδιάσπαστα μέσα στη ζωή μας με στοιχεία καλλιτεχνικά, θρησκευτικά, ηθικά και ηθογραφικά, κοινωνικά και τυπολατρικά. Η Βυζαντινή μας Αυτοκρατορία δεν πρόκειται βέβαια να ξαναζήσει σαν σχήμα πολιτιστικό και κρατικό, όπως δεν γίνεται να ξαναζήσει σε δεύτερη έκδοση η Αθηναϊκή Δημοκρατία ή ο Σπαρτιατικός εθνικιστικός οργανισμός. Κάθε εποχή βρίσκει τις πολιτικές εκφράσεις της, που είναι ανεπανάληπτες, αφού αποτελούν την συνισταμένη των επικαιρικών στοιχείων της ζωής. Αλλά η θρησκεία; Αυτή είναι μια μορφή του πολιτισμού, που ή ζει, υφίσταται, και υπάρχει με όλες τις κύριες αισθητικές και φιλοσοφικές εκφράσεις της, ή χάνεται και σβήνει μαζί με αυτές, και τότε αποτελεί υλικό μουσειακής και επιστημονικής μελέτης για τους μεταγενέστερους. Έτσι, ή εξακολουθούμε να ήμαστε ελληνοχριστιανοί, όπως μας έπλασε με επεξεργασία l650 χρόνων το Βυζάντιο, οπότε θα εξακολουθούμε να έχουμε τη βυζαντινή θρησκευτική τέχνη, καθώς και την τελετουργική πομπή και τα άμφια και τα θρησκευτικά σύμβολα του Βυζαντίου, ή απλώς… θα πάψουμε να ήμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι, οπότε ο καθένας θα είναι ελεύθερος να κάνει του κεφαλιού του στα ζητήματα της θρησκείας και της Εκκλησίας, όπως γίνεται με την θρησκευτική αναρχία της αμερικανικής εθνολογικής πανσπερμίας. Εδώ συμβιβασμός, ύποπτα μίγματα και νοθείες δεν χωράνε. Είναι μοιραίο για το Έθνος μας, τα θρησκευτικά του ζητήματα να είναι αδιάσπαστα συνδεμένα με την ιστορική μοίρα του λαού μας. Η Ελληνική Ορθοδοξία, είτε το θέλουμε είτε όχι, έχει ταυτιστεί με την εθνική μας υπόσταση, ήγουν με την ελευθερία μας. Έχει γίνει δηλαδή εθνική θρησκεία, όπως το Δωδεκάθεο του Ολύμπου ήταν η εθνική θρησκεία των προγόνων μας. Kαι η εθνική θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων ξέφτισε και κατέρρευσε μαζί με την εθνική τους ελευθερία. Πάνω στα κατάρτια των βαρβαρομάχων καραβιών της Πόλης κυμάτιζαν τα χρυσά λάβαρα της Παναγίας, που ήταν για το χριστιανικό Κράτος στρατηλάτης μαζi και πολέμαρχος, σαν την Αθηνά. Προς Αυτήν, προς την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποτείνεται το θαυμάσιο βυζαντινό τροπάριο, που στην πραγματικότητα είναι ο εθνικός ύμνος του αγωνιστικού Βυζαντίου. Και σαν εθνικό μας ύμνο έπρεπε να το κρατήσει και η απελευθερωμένη Ελλάδα του 21, αν οι λόγιοι και οι πολιτικοί εκείνης της εποχής είχαν την οξυδέρκεια να καταλάβουν την σημασία που παίρνει η παράδοση στη ζωή των Εθνών, και δεν έβλεπαν την Κλασσικήν Ελλάδα να ενώνεται ηθικά και ιστορικά με το απελευθερωμένο Έθνος, όμως την ένδοξη και μεγαλόπρεπη περίοδο της Βυζαντινής χιλιετίας, που μεσολάβησε και σφυρηλάτησε την νέα μας Ελληνοχριστιανική συνείδηση. Δείτε όμως. Αυτό που δεν έκανε το μεταεπαναστατικό Κράτος το έκαμε μόνος του ο Ελληνικός λαός. Έτσι, κάθε φορά που κάποιο μεγάλο εθνικό γεγονός τρικυμίζει στην ψυχή μας, το βυζαντινό τροπάριο αυθόρμητα ανεβαίνει στα χείλη μας και σμίγει με τους στίχους του Σολωμού. Και πάλι αυθόρμητα, κάθε φορά που ένα υπόδουλο τμήμα του Ελληνισμού ενώνεται με την ενιαία ελεύθερη πατρίδα, ο Ελληνικός λαός αλληλοχαιρετάται με την θρησκευτική φράση «Χριστός Ανέστη». Kαι προχτές ακόμα, όταν η Ελλάδα έκαμε το θαύμα του 40-41, οι Έλληνες στρατιώτες έβλεπαν την Υπέρμαχον του Βυζαντίου να πολεμά επί κεφαλής των τους κτηνώδεις επιδρομείς. Πήγα και τους είδα, εκεί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, αυτούς τους νεαρούς ήρωες των ημερών μας και όλοι είχαν κρεμασμένη στο στήθος στον ορθοστάτη του παγωμένου τους αντίσκηνου την εικόνα της Βυζαντινής Υπερμάχου. Σαν να ήταν όχι πολεμιστές του Γεωργίου του Β΄, αλλά του Τσιμισκή, του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου ή του τελευταίου Παλαιολόγου. Ως αυτό το σημείο, η Εθνική μας υπόσταση είναι ζυμωμένη με την Ορθοδοξία της Πόλης. Και ήταν πολύ φυσικό. Σαν έπεσε το Βυζάντιο, η Εκκλησία αντικατέστησε τον τσακισμένο κρατικό οργανισμό σαν υποκατάστατος μηχανισμός της Εθνικής ενότητας. Τα σύμβολα της Αυτοκρατορίας τα κράτησε η Εκκλησία και τα διατήρησε μέσα στους μαύρους αιώνες της σκλαβιάς. Kαι μέσα σ’ αυτούς τους φοβερούς αιώνες, αυτή στάθηκε το πνευματικό και εθνικό κέντρο της μαρτυρικής φυλής. Ενάντια στους αρχηγούς της ξέσπαγε κάθε επίθεση των εχθρών του Ελληνισμού, τόσο από μέρους των κατακτητών, όσον και από μέρους των Φράγκων. Kαι σωστά τα είπανε, πως σε πολλές κρίσιμες ώρες το ράσο στάθηκε η εθνική σημαία της Ελλάδας στα χρόνια της σκλαβιάς. Σ’ αυτό το διάστημα εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες χάθηκαν για το Ελληνικό εθνικό σύνολο. Ποιοι ήταν αυτοί; Ήταν όλοι όσοι με τη βία και με το φόβο άφησαν τη θρησκεία τους; Συμπέρασμα αδιάσειστο. Αν υπάρχουμε σήμερα σαν Ελληνική φυλή είναι γιατί κρατηθήκαμε από τα άμφια της θρησκείας μας όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα έβρισκε κανένας αρχή και τέλος, αν έλεγε να λογαριάσει τους εθνικούς ήρωες της Εκκλησίας μας. Από το πλήθος των ιερέων που σφάχτηκαν στην Πόλη και σε όλη την Ανατολή προ και κατά την υποδούλωση του Βυζαντινού Ελληνισμού ως τον Πρωτομάρτυρα του ‘21, τον Πατριάρχη, ως τους κληρικούς εθνάρχες ιερομάρτυρες της Κυπριακής επανάστασης του ‘21. Kαι από τον Κυπριανό ως τον Μητροπολίτη Σμύρνης. Kαι από αυτόν ως τους 230 κληρικούς μας, που τους σκότωσαν, τους σταύρωσαν, τους ανεσκολώπισαν και τους διεπόμπευσαν oι κατακτητές και οι Εαμοσλάβοι. Όλοι αυτοί έγραψαν με το αίμα τους το «πιστεύω» της εθνικοθρησκευτικής μας ενότητας. Είναι ιστορία γεμάτη από ματωμένα άμφια, από εμπρησμένες εκκλησίες, από μαγαρισμένα εικονίσματα. Είναι μια καταπληκτική ιστορία πολλών αιώνων, τραγουδισμένη με τροπάρια, με ύμνους, με θρήνους και μοιρολόγια. Και αυτά αποτελούν ένα μέρος από την Ελληνοχριστιανική μας παράδοση. Ένας από τους πιο σοβαρούς φορείς αυτής της παραδόσεως στάθηκε η Μεγάλη του Γένους Σχολή. Το μοναδικό αυτό Ίδρυμα ασχολήθηκε με σύστημα και ιερή προσήλωση με την Βυζαντινή Μουσική, ιδρύοντας στα 1890 ειδική Σχολή στην οποία δίδαξαν σοφοί δάσκαλοι την παραδοσιακή εθνική μας εκκλησιαστική μουσική. Από αυτή τη Σχολή, που κρατήθηκε ως την καταστροφή του ‘22, μεταφέρθηκε ως τα χρόνια μας η σωστή Βυζαντινή Μουσική. Οι εκατοντάδες μαθητές της σκορπίστηκαν σε ολόκληρη την Ελλάδα με καλλίφωνους και μορφωμένους πρωτοψάλτες, περισώζοντας έτσι την θαυμάσια αυτή κληρονομιά. Το έργο αυτό είναι νομίζω ένας από τους πιο σπουδαίους τίτλους τιμής που έχει στο θαυμαστό της ενεργητικό η Μεγάλη Σχολή του Γένους, που στάθηκε το προπύργιο του γνήσιου Ελληνικού Πνεύματος στα πιο δύσκολα χρόνια του Ελληνισμού. Η Μεγάλη Σχολή ήταν ο μοναδικός ίσως φορέας αυτού που ονομάσαμε πριν Ελληνοχριστιανική παράδοση. Όλοι οι ημιμαθείς, οι σνομπ, όλοι οι ξεθυμασμένοι φυλετικοί Έλληνες, συγχέουν είτε από αμάθεια, είτε από σκοπιμότητα προπαγανδιστική, την έννοια «παράδοση» με την «αντίδραση», «οπισθοδρόμηση». Υπάρχει, βέβαια, στις μέρες μας έκδηλο ένα ρεύμα ξενομανίας και επίδειξης νεωτεριστικού πνεύματος. Αυτό το ονόμασα άλλοτα «πανικό του μοντερνισμού». Οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτήν την πνευματική διαστροφή, τρέμουν μήπως περάσουν για καθυστερημένοι. Και εκστασιάζονται πια για κάθε τι, που τους παρουσιάζεται ως νεωτεριστικό, και παριστάνουν τον ενθουσιασμένο μπροστά σε κάθε αρλούμπα ιδεολογική ή καλλιτεχνική, που εμφανίζεται σαν άρνηση και σαν επανάσταση ενάντια σε κάθε μορφή ζωής, στοχασμού ή τέχνης, που κινείται μέσα σε φυσικές και ανθρώπινες αναλογίες. Από αυτούς είναι και οι αμόρφωτοι ρωμηοί, που ντρέπονται, γιατί η θρησκευτική μας μουσική δεν έχει τετραφωνίες, δεν έχει τενόρους και βαρύτονους και μπάσους, δεν έχει κορώνες, πρίμο, τέρτσο και σεγκόντο, που είναι πράγματα ευρωπαϊκά. Και βάλθηκαν, οι μωροί, να την επισκευάσουν, να την διορθώσουν, να την μοντερνίσουν. Αυτοί οι άνθρωποι, όταν δεν είναι επιτήδειοι παγκαροεπίτροποι, που μασκαρεύοντας την Βυζαντινή μουσική, το κάνουν για να προσελκύσουν το πλήθος των σνομπ στους δίσκους των, (και είναι χαρακτηριστικό πως το έκαμε ο αιρετικός Άρειος, βάζοντας στις ακολουθίες του «μέλη θυμελικά», δηλαδή μουσική του θεάτρου, για να παρασύρει τους εθνικούς, που τους ήταν αγαπητή) είναι συνήθεις τύποι δίχως στέρεη και βαθειά ιστορική και καλλιτεχνική μόρφωση, δίχως καμμιά καλλιέργεια του αισθήματος της καλαισθησίας. Δεν καταλαβαίνουν την ιεροσυλία που κάνουν, βάζοντας βέβηλο χέρι πάνω σε έναν ιερό, πατροπαράδοτο θησαυρό, που υπάγεται σε δικούς του αυτοτελείς καλλιτεχνικούς νόμους, για να τον μασκαρέψουν ή να τον ανταλλάξουν με φτηνοπράγματα κακού γούστου. Όπως κάνουν oι επιτήδειοι γυρολόγοι, που περιφέρονται στα χωριά και ανταλλάσσουν τα βαρειά χρυσοΰφαντα πατρογονικά ρούχα με φανταχτερά, χρωματιστά φτηνοϋφάσματα της βιομηχανίας, ξεγελώντας τις απλοϊκές νοικοκυρές για να τους αρπάξουν για ένα κομμάτι ψωμί τους θησαυρούς της παλιάς αρχοντικής κασέλας του σπιτιού. Ούτε είναι ικανοί να καταλάβουν αυτοί οι επικίνδυνοι μοντερνιστές τη βιολογική σχεδόν δύναμη, που έχει η παράδοση πάνω στη συνέχεια και τη διατήρηση της εθνικής ζωής. Και θεωρούν για ηλίθιο έξαφνα τον αγγλικό λαό, που κρατά με πάθος τύπους και παραδόσεις, που δεν έχουν καν σήμερα κανένα νόημα σχετικά με την σύγχρονη ζωή του Αγγλικού έθνους, κρατάνε όμως μέσα τους άγρυπνο το νόημα της μεγάλης ιστορίας του, της οποίας απλά και ορατά μαρτύρια και σύμβολα είναι αυτές οι περούκες, αυτές οι μεσαιωνικές στολές, αυτά τα αναχρονιστικά έθιμα. Στρατὴς Μυριβήλης – Οἱ παραδόσεις τοῦ Γένους καὶ ἡ δύναμη τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς Ἡ Ἑλληνικὴ Παράδοση – Γ´ ἔκδοση. Συλλογικὸς Τόμος ἐκδόσεων ΕΥΘΥΝΗ http://www.cmkon.org 6 Οκτωβρίου, 2012 — vatopaidifriend4 Πηγή: http://www.istorikathemata.com/2012/10/byzantine-tradition-greek-national-identity-stratis-mirivilis.html

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Lou Xiaoying – Η ρακοσυλλέκτρια “Αγία”


Η απίστευτη ιστορία της Κινέζας ρακοσυλλέκτριας Lou Xiaoying η οποία κατάφερε μέσα σε 40 χρόνια να σώσει και να αναθρέψει 30 εγκαταλελειμμένα μωρά! Στην Κίνα, η βρεφοκτονία και η βρεφική εγκατάλειψη είναι σε τρομερή έξαρση λόγω των σκληρών πολιτικών μέτρων που επιτρέπουν μόνο ένα παιδί σε κάθε οικογένεια που ζει σε πόλη. Έτσι οι Κινέζοι ωθούμενοι από τη φτώχεια και την τεράστια πολιτική πίεση αναγκάζονται να προβούν σε εγκατάλειψη μωρών εφόσον είναι τα δεύτερα της οικογένειας ή ακόμα και σε βρεφοκτονίες αν το πρώτο τους παιδί είναι κορίτσι. Νομίζουν ότι ένα αγόρι θα ανταποκριθεί καλύτερα στις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας.Πρόσφατα στα φώτα της δημοσιότητας ήρθε περιστατικό μικρού κοριτσιού το οποίο έφερε μαχαιριά στο λαιμό. (Ευτυχώς, στο μωρό μετά τη γενική κατακραυγή παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και τώρα βρίσκεται σε άριστη υγεία και στο δρόμο για την υιοθεσία). Ποιος όμως γονιός έχων σώας τα φρένας μπορεί να προβεί σε τέτοιο έγκλημα; Δύσκολο να απαντηθεί. Γεγονός όμως είναι ότι το ανάλγητο κράτος προβαίνει ακόμα και σε υποχρεωτικές εκτρώσεις, όπως στην περίπτωση νεαρής κινέζας που την υπέβαλαν σε έκτρωση μια και δεν είχε να πληρώσει το πρόστιμο (ναι, πρόστιμο για την ανθρώπινη ζωή) και ύστερα της έβαλαν για τιμωρία στο κρεβάτι της σακούλα με το εκτρωμένο έμβρυο. Παγώνει ο νους και μόνο στη σκέψη, γιαυτό και δεν θα αναρτήσουμε τις σχετικές φωτογραφίες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και σε κάνουν να νοιώθεις οργή και ντροπή που ανήκεις στο ανθρώπινο γένος. Και πως μπορεί κανείς να αντισταθεί σε τόσο μεγάλες δυνάμεις; Στον αντίποδα όλων αυτών, η υπέροχη 88χρονη πια, ρακοσυλλέκτρια Lou Xiaoying η οποία, παρέα με τον άντρα της κατάφεραν να σώσουν και να αναθρέψουν 30 μωρά χωρίς να τους πεθάνει κανένα! Πάμπτωχοι από χρήματα, πάμπλουτοι από αγάπη και ευδαιμονία!
Θέλοντας να τους προσφέρουν πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσαν, φρόντισαν για την τροφή τους, το ρουχισμό τους, την ανατροφή τους αλλά και το πνεύμα τους, μεγαλώνοντας οι ίδιοι 4 από αυτά και δίνοντας τα υπόλοιπα σε άκληρους φίλους και συγγενείς ώστε να πάνε σχολείο και να ζήσουν όσο γίνεται καλύτερα. «πήγαινα πάντα αιφνιδιαστικά στα σπίτια των παιδιών να ελέγξω πως περνάνε και πάντα φρόντιζα τις Κυριακές να είναι μαζί μου για να βγαίνουμε βόλτα στα δάση και τη φύση, ώστε να νοιώθουν την φροντίδα, την αγάπη και την προστασία που χρειάζονταν». Η ιστορία της Λου ξεκίνησε το 1972 στους δρόμους της πόλης Jinhua όταν είχε βγει, κατά την καθημερινή συνήθειά της, να ψάξει για χρήσιμα αντικείμενα από τα σκουπίδια από τους κάδους. Εκεί μέσα, βρήκε πεταμένο ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κίνδυνος αν την ανακάλυπταν θα ήταν μεγάλος, λέει η ίδια σε συνέντευξή της, στην κινέζικη εφημερίδα Yanzhao Metro Daily: «Δεν το σκέφθηκα ούτε στιγμή.
Θα είχε πεθάνει αν δεν την είχαμε πάρει να τη φροντίσουμε. Τότε ακριβώς κατάλαβα ότι αγαπάω τα παιδιά και θα ήθελα να τους προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορούσα! Το να τη βλέπουμε να μεγαλώνει ήταν για μας μοναδικό! Όλα αυτά τα παιδιά χρειάζονται αγάπη και φροντίδα. Είναι μοναδικά κι αξιαγάπητα ανθρώπινα όντα. Δεν το χωράει ο νους μου πως είναι δυνατόν κάποιοι να τα παρατάνε στα σκουπίδια. Η κόρη μου αυτή, είναι σήμερα 40 χρόνων κι έχει δικό της παιδί πια!» Η καταπληκτική αυτή γιαγιά νοσηλεύεται σήμερα σε νοσοκομείο λόγω νεφρικής ανεπάρκειας, όπου την φροντίζουν και την περιβάλλουν όλα της τα παιδιά και αναπολεί: «τον πιο μικρό μου γιο, τον Ζανγκ Γκιλιν που είναι σήμερα μόλις 7 χρονών, τον βρήκα πεταμένο σε έναν κάδο σκουπιδιών. Ήμουν τότε 82 χρονών. Πάρα πολύ μεγάλη για να αναθρέψω ένα ακόμη παιδί. Όμως δεν μπορούσα με τίποτε να τον αφήσω στο έλεος του Θεού. Τον κοίταζα και μου χαμογελούσε. Ήταν τόσο γλυκός! Ηταν αδύνατο να μην τον φροντίσω!
Τον πήρα λοιπόν στο σπίτι μας στην εξοχή (σ.σ. μια παράγκα που μπάζει από παντού, μέσα σε ένα δάσος) και τον φρόντισα και τον περιέθαλψα. Του έδωσα το όνομα Ζανγκ Γκιλιν που σημαίνειΣπάνιος και Πολύτιμος! Με βοήθησαν και τα μεγαλύτερα παιδιά μου στην ανατροφή του. τώρα πια είναι ένας απόλυτα υγιής και χαρούμενος νεαρός! Ξέρω πως οι μέρες μου ίσως δεν είναι πολλές. Θα ήθελα όμως πριν φύγω να τον δω κι αυτόν να πηγαίνει στο σχολείο.» Η Λου εκτός των υπολοίπων 30 παιδιών της έχει και μία βιολογική κόρη η οποία έχει εμπνευσθεί από τη μητέρα της και έχει αφιερώσει τη ζωή της στην αναζήτηση και την υποστήριξη εγκαταλελειμμένων παιδιών. Η ιστορία τους έχει ευαισθητοποιήσει ολόκληρη την Κίνα των χιλιάδων εγκαταλελειμμένων παιδιών, και το έργο της έχει βρει παντού επώνυμους και ανώνυμους μιμητές. Η Λου έχει αποκτήσει δίκαια το προσωνύμιο «Επίγειος Άγγελος» και αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να έχεις τίποτα απολύτως για να δώσεις αγάπη και φροντίδα. Κι ακόμα μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο καθένας μας, από όποια θέση κι αν βρίσκεται μπορεί να γίνει διάβολος ή άγγελος. Δική μας επιλογή. www.e-fungus.gr Πηγή: http://klassikoperiptosi.blogspot.gr/2012/09/lou-xiaoying.html#more

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ Θ`!!


Δευτέρα, 17 Σεπτέμβριος 2012 15:21 leimwnas.blogspot.gr Toυ Κωνσταντίνου Χολέβα Ο μήνας Μάιος είναι συνδεδεμένος με τη μνήμη της Κωνσταντινουπόλεως και της Βυζαντινής Ρωμιοσύνης. Στις 11 Μαΐου 330 μ.Χ. εγκαινιάσθηκε η Βασιλεύουσα από τον Άγιο Κωνσταντίνο. Στις 21 Μαΐου εορτάζουμε τη μνήμη του ιδρυτού Αγίου και Μεγάλου Κωνσταντίνου και της μητρός του Αγίας Ελένης. Και στις 29 Μαΐου μνήμην ποιούμεθα της αποφράδος εκείνης ημέρας του 1453, όταν ακούστηκε η κραυγή «εάλω ή Πόλις». Σε πολλούς μελετητές προξενεί εντύπωση η ονομασία «βασιλεύς Ρωμαίων», την οποία χρησιμοποιούσαν οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως και η ορολογία «Ρωμανία», την οποία συναντούμε σε πολλά έγγραφα τής εποχής ως ονομασία του κράτους. Είναι γεγονός ότι η ονομασία «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» είναι μεταγενέστερη και δημιουργήθηκε τον 1567 από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βόλφ. Σήμερα την χρησιμοποιούμε, για να γινόμαστε κατανοητοί στους πολλούς. Όμως από σεβασμό προς τις ιστορικές πηγές πρέπει να εξηγούμε στους νεωτέρους ότι οι όροι Ρωμαίος και Ρωμανία αναφέρονται στη Νέα Ρώμη - Κων/πολη και όχι στην Παλαιά Ρώμη. Άλλωστε στο βυζαντινό κράτος η παιδεία βασιζόταν στον Όμηρο και ουδέποτε εδιδάχθη τον λατινικό έπος του Βιργιλίου, ή Αινειάδα, που αναφέρεται στην πρεσβυτέρα Ρώμη. Η ελληνική συνείδηση ήταν διαδεδομένη μεταξύ αρχόντων και αρχομένων στο βυζαντινό κράτος ιδίως μετά τον 7ο αιώνα, αν και τον κράτος ήταν πολυεθνικό και τον συνδετικό στοιχείο ήταν η Ορθοδοξία. Από τα ονόματα Ρωμιός και Ρωμανία προήλθε και ό όρος Ρωμιός, ο όποιος στην νεότερη ιστορία μας σημαίνει υπό ευρεία έννοια κάθε Ορθόδοξο και υπό στενή έννοια τον Έλληνα. Για να ξεκαθαρίσουμε τον θέμα της ελληνικής συνειδήσεως των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, ιδιαιτέρως δε κατά τους τελευταίους αιώνες, καλόν είναι να μελετήσουμε ένα εκπληκτικό κείμενο ελληνορθόδοξου αξιοπρεπείας και πατριωτικής παρρησίας γραμμένο από τον Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ' Δούκα Βατάτζη και απευθυνόμενο στον Πάπα Γρηγόριο Θ'. Όπως γνωρίζουμε, μετά την Δ' Σταυροφορία και την επιβολή της Λατινοκρατίας στον χώρο του Ελληνισμού (1204) η αυτοκρατορία τής Νικαίας με έδρα τη Νίκαια της Μικράς Ασίας υπήρξε ένα από τα ελεύθερα ελληνικά κράτη, από όπου προήλθε και η εκδίωξη των Φράγκων από την Κωνσταντινούπολη τον 1261. Ο Ιωάννης Βατάτζης βασίλευσε από τον 1222 έως τον 1254 διαδεχόμενος τον πεθερό του Θεόδωρο Λάσκαρι, τον ποιητή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Ο Ιωάννης Βατάτζης γεννήθηκε τον 1193 στο Διδυμότειχο της Θράκης και σήμερα τιμάται από την Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας ως τοπικός Άγιος (4 Νοεμβρίου, ημέρα του θανάτου του τον 1254). Λόγω της βαθύτατης πίστεώς του και της φιλάνθρωπου και ελεήμονος πολιτείας του κατετάγη μετά την κοίμησή του στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας και ονομάστηκε Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων. Ως Αυτοκράτωρ της Νικαίας ο Ιωάννης Βατάτζης εργάσθηκε για την ανακατάληψη των ελληνικών εδαφών και πολέμησε κατά των Φράγκων Σταυροφόρων και κατά των Τούρκων του Ικονίου. Καλλιέργησε την μελέτη των ελληνικών γραμμάτων, είχε δε και ο ίδιος στερεά κλασσική παιδεία και ελληνική συνείδηση. Τον συγκλονιστικό κείμενο, τον όποιο διαφωτίζει την ελληνική και ορθόδοξη συνείδηση των «Ρωμαίων βασιλέων», διασώζει ο αείμνηστος καθηγητής της Ιστορίας Απόστολος Βακαλόπουλος (1) και έχει τίτλο «Του αοιδίμου βασιλέως κυρού Ιωάννου του Δούκα προς τον τότε Πάπαν Γρηγόριον». Ό Βακαλόπουλος γράφει στον Πρόλογο του: «Η παρατιθέμενη επιστολή του Ιωάννου Γ' Βατατζή (1222-1254) προς τον πάπα Γρηγόριο Θ' (1227-1241) είναι πολύ χαρακτηριστική για τις ιδέες που επικρατούν στους βασιλείς της Νίκαιας μετά τον 1204. Έντονη είναι η ελληνολατρία και η εθνική ελληνική συνείδησή τους, που βαθμιαία ταυτίζεται με την Ορθοδοξία... Εδώ παρατηρούμε καθαρά πως γεννιούνται και δρουν οι πολιτικές εκείνες αντιλήψεις, που αποβλέπουν στην απελευθέρωση των σκλαβωμένων ελληνικών χωρών και οι όποιες προσαρμοσμένες επιζούν επί Τουρκοκρατίας μέσα σε νέες συνθήκες. Και τελικά πώς διαμορφώνουν τον περιεχόμενο της λεγόμενης Μεγάλης Ιδέας». Τον κείμενο ξεκινά με την έκπληξη του Βατάτζη πώς τόλμησε ο Πάπας να του ζητήσει να παύσει να διεκδικεί την Κωνσταντινούπολη από τον Φράγκο ηγεμόνα, ο όποιος την κατέχει από τον 1204. Γράφει με ελληνική αξιοπρέπεια και διπλωματική ειρωνεία ο Βατάτζης, αφού προσδιορίσει στην αρχή ποιός είναι ο γράφων: «Ιωάννης εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας τω αγιωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίο σωτηρίας και ευχών αίτησιν». Αποδίδουμε στην νεοελληνική ορισμένα από τα κυριότερα σημεία της επιστολής: «Εγώ ως βασιλεύς θεωρώ άτοπα τα όσα μου γράφεις και δεν ήθελα να πιστεύω ότι είναι δικό σου τον γράμμα, αλλά αποτέλεσμα της απελπισίας κάποιου που βρίσκεται κοντά σου, και ο όποιος έχει την ψυχή του γεμάτη κακότητα και αυθάδεια. Η αγιότητα σου κοσμείται από φρόνηση και διαφέρει από τους πολλούς ως προς την σωστή κρίση. Γι' αυτό δυσκολεύθηκα πολύ να πιστεύω ότι είναι δικό σου το γράμμα, αν και έχει σταλεί προς εμέ.» Αξίζει να θαυμάσουμε την έλλειψη δουλικότητας του Βατάτζη προς τον Πάπα, αν και την εποχής εκείνη οι Έλληνες της Νικαίας ήσαν οι αδύναμοι και ο Πάπας ήταν η υπερδύναμη τηρουμένων των αναλογιών. Και συνεχίζει ο Ιωάννης Βατάτζης διατρανώνοντας την εθνική συνείδησή του: «Γράφεις στο γράμμα σου ότι στο δικό μας γένος των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει... ότι, λοιπόν, από τον δικό μας γένος άνθησε η σοφία και τα αγαθά της και διεδόθησαν στους άλλους λαούς, αυτό είναι αληθινό. Αλλά πως συμβαίνει να αγνοείς, ή αναφέρεται δεν τον αγνοείς πως και τον απεσιώπησες ότι μαζί με την βασιλεύουσα Πόλη και η βασιλεία σε αυτόν τον κόσμο κληροδοτήθηκε στο δικό μας γένος από τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο όποιος εδέχθη την κλήση από τον Χριστό και κυβέρνησε με σεμνότητα και τιμιότητα; Υπάρχει μήπως κανείς που αγνοείς ότι η κληρονομιά της δικής του διαδοχής (σ.σ. του Μ. Κωνσταντίνου) πέρασε στο δικό μας γένος κι εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοι του; Απαιτείς να μην αγνοούμε τα προνόμια σου. Κι εμείς έχουμε την αντίστοιχη απαίτηση να δεις και να αναγνωρίσεις το δίκαιο μας, όσον άφορα την εξουσία μας στο κράτος της Κωνσταντινουπόλεως, τον όποιο αρχίζει από των χρόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου και έζησε επί χίλια χρόνια, ώστε έφθασε μέχρι και την δική μας βασιλεία. Οι γενάρχες της βασιλείας μου από τις οικογένειες των Δουκών και των Κομνηνών, για να μην αναφέρω τους άλλους, κατάγονται από ελληνικά γένη. Αυτοί λοιπόν οι ομοεθνείς μου επί πολλούς αιώνες κατείχαν την εξουσία στην Κωνσταντινούπολη. Και αυτούς η Εκκλησία της Ρώμης και οι προϊστάμενοι της τους αποκαλούσαν Αυτοκράτορες Ρωμαίων... Διαβεβαιούμε δε την αγιότητα σου και όλους τους Χριστιανούς ότι ουδέποτε θα παύσουμε να αγωνιζόμαστε και να πολεμούμε κατά των κατακτητών τής Κωνσταντινουπόλεως θα ασεβούσαμε και προς τους νόμους της φύσεως και προς τους θεσμούς της πατρίδος και προς τους τάφους των πατέρων μας και προς τους ιερούς ναούς του Θεού, εάν δεν αγωνιζόμασταν γι' αυτά με όλη μας την δύναμη... Έχουμε μαζί μας τον δίκαιο Θεό, ο όποιος βοηθεί τους αδικουμένους και αντιτάσσεται στους αδικούντας...». Ένας «βασιλεύς Ρωμαίων», ό Ιωάννης Βατάτζης μας άφησε ένα εξαιρετικό γραπτό μνημείο ελληνορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Τέτοια κείμενα αξίζει να διδάσκουμε στους νέους μας. Αιωνία ή μνήμη του ευλαβούς Χριστιανού και πατριώτου Αγίου Ιωάννου Γ' Δούκα Βατάτζη. Αγειορίτικο Βήμα 18.09.2012